εξαυλίζομαι


εξαυλίζομαι
ἐξαυλίζομαι (AM) [αυλίζομαι]
βγαίνω από το στρατόπεδο και καταλύω κάπου («ἐξαυλίζεται εἰς κώμας», Ξεν.).

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἐξαυλισμένα — ἐξαυλίζομαι leave one s quarters perf part mp neut nom/voc/acc pl ἐξαυλισμένᾱ , ἐξαυλίζομαι leave one s quarters perf part mp fem nom/voc/acc dual ἐξαυλισμένᾱ , ἐξαυλίζομαι leave one s quarters perf part mp fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐξαυλίζεται — ἐξαυλίζομαι leave one s quarters pres ind mp 3rd sg ἐξαυλίζομαι leave one s quarters pres ind mp 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐξηυλισμένοι — ἐξαυλίζομαι leave one s quarters perf part mp masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αυλίζομαι — (AM αὐλίζομαι και αὐλίζω) 1. διανυκτερεύω 2. στρατοπεδεύω νεοελλ. χρησιμοποιώ κάποιο χώρο ως αυλή μσν. αὐλίζω διαμένω, κατοικώ αρχ. ( ομαι) 1. είμαι, βρίσκομαι στην αυλή ή στη μάντρα 2. (για το αίμα) συσσωρεύομαι. [ΕΤΥΜΟΛ. < αυλή, σε… …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.